ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ            Αρχική Σελίδα   |   Βιογραφικό   |   Βιβλία   |   Λαογραφία   |   Νέα   |   Σύνδεσμοι   |   Επικοινωνία

     
     
  Κέδαρες - Ασχολίες των κατοίκων

Πολλές και διάφορες ήταν οι ασχολίες των κατοίκων του χωριού. Κύκλος που επαναλαμβανόταν ασταμάτητα. Άλλοτε έτρεχαν στο κλάδεμα και το σκάλισμα, άλλοτε στο θέρισμα και το αλώνισμα. Άλλοτε καταπιάνονταν με τα περιβόλια και τα μποστάνια κι άλλοτε με τον τρύγο, το όργωμα και το λίπασμα. Ξυπνούσαν με το πρώτο χάραμα της αυγής κι επέστρεφαν στο σπίτι με το βασίλεμα του ήλιου.

Εκτός από τ` αμπέλια καλλιεργούσαν κι αμυγδαλιές, καρυδιές, ελιές και αρκετά οπωροφόρα δέντρα, όπως κυδωνιές, αχλαδιές, χρυσομηλιές και μαραπελιές. Φύτευαν ακόμη βαμβάκι, καπνά, πατάτες, όσπρια κι έσπερναν όλων των ειδών τα σιτηρά. Τα πολλά αλώνια που υπάρχουν στο χωριό, μας αφήνουν να συμπεραίνουμε πως η παραγωγή των σιτηρών ήταν αρκετά μεγάλη. Οι δε συκιές και μουριές αφθονούσαν στο χωριό και τα φρούτα τους ήταν διαθέσιμα για όλους τους κατοίκους.

Το κάθε σπίτι έβγαζε το δικό του κρασί και τη δική του ζιβανία. Όποιο δρομάκι κι αν ακολουθήσεις, όπου κι αν ρίξεις το βλέμμα σου θ` αντικρίσεις πιθάρια που χρησιμοποιούνταν για τη φύλαξη του κρασιού.

Το κρασί ήταν ένα από τα πιο βασικά προϊόντα των ορεινών περιοχών. Το χειμώνα, σαν πλάκωναν τα χιόνια και το τσουχτερό κρύο, το κόκκινο πολύτιμο υγρό καταναλωνόταν σε μεγάλες ποσότητες από τους κατοίκους του χωριού. Ήταν ο καλύτερος τρόπος να ζεσταίνονται τις κρύες μέρες του χειμώνα και ν` αποφεύγουν τα κρυολογήματα.

Σήμερα τα πιθάρια έπαψαν να είναι αντικείμενα καθημερινής χρήσης. Από τα κελάρια και τα υπόγεια όπου ήταν, βρέθηκαν να διακοσμούν εξωτερικούς και εσωτερικούς χώρους πλούσιων σπιτιών και ξενοδοχείων!

Χαρά Θεού ήταν τα καλοκαίρια στο χωριό. Τα πηδηχτά ρυάκια κελάριζαν χειμώνα καλοκαίρι και οι τέσσερεις βρύσες του χωριού ουδέποτε στέρευαν. Τα μποστάνια και τα δέντρα ποτίζονταν χορταστικά με αποτέλεσμα οι κάτοικοι να παράγουν όλων των ειδών τα φρούτα και λαχανικά. Δυο απ` αυτές τις βρύσες ήταν στο κέντρο του χωριού και σώζονται μέχρι και σήμερα.

Παραγωγή λαδιού

Οι ελιές αφθονούσαν στο χωριό. Μερικές από αυτές είχαν φυτευτεί επί Ενετοκρατίας και ξεχωρίζουν από τις μεγάλες κουφάλες που έχουν στον κορμό τους.

Η συγκομιδή των ελιών άρχιζε τον Οκτώβριο, αμέσως μετά τον τρύγο και διαρκούσε αρκετές μέρες. Οι ελιές παρέμεναν για λίγες μέρες στο σπίτι απλωμένες σε σακούλες πριν πάνε στο μύλο. Όσοι προτιμούσαν το μαύρο λάδι έβραζαν τις ελιές και μετά τις άφηναν απλωμένες στο δώμα για μερικές μέρες ώστε να ξηραθούν. Τις άλεθαν σε μεγάλες στρογγυλές μυλόπετρες και μετά τις έβαζαν σε καθαρά ζεμπίλια που τα τοποθετούσαν στο ξύλινο πιεστήριο, το ένα πάνω στο άλλο.

Επιφωνήματα χαράς και ευεξίας ακούγονταν τη στιγμή που το λάδι έτρεχε φρέσκο και μυρωδάτο μέσα στα δοχεία! Η δε οικοκυρά, πρόσχαρη και γελαστή έφερνε αμέσως φρέσκο ψωμί για να ψήσουν «κατσούρες». Αυτές ήταν ψημένες φέτες ψωμιού στα κάρβουνα και αλειμμένες με φρέσκο μυρωδάτο λάδι.

Πόσες και πόσες ελιές δεν άλεσε ο μύλος αυτός και πόσα τραγούδια του γάμου δεν άκουσε κατά τη διάρκεια του αλέσματος του σιταριού για την κατασκευή του πατροπαράδοτου ρεσιού! Άλλα ήθη και έθιμα τότε. Άλλοι καιροί, όμορφοι κι ανεπανάληπτοι.

Ένας τέτοιος μύλος υπήρχε παλιά στην αυλή της εκκλησίας του Τιμίου Πρόδρομου και εξυπηρετούσε πολλούς χωριανούς. Αργότερα πουλήθηκε.

Ελιόμυλους στο χωριό είχαν οι ακόλουθοι:

Χρυσόστομος Μ. Οικονόμου
Θεόφιλος Δ. Βιολάρη
Χρυσόστομος Σάββα
Λεωνίδας Πετράκης

Παραδοσιακά επαγγέλματα

Με την πάροδο του χρόνου εμφανίστηκαν στο χωριό διάφορα επαγγέλματα, όπως του σκαρπάρη, του τσαγκάρη, του πελεκάνου, του τουρκόπουλου, του κουνουπιέρη, του φαλιαδόρου, του παρπέρη, του μυλωνά, του καλαθοκατασκευαστή και άλλα.

Τουρκόπουλλος

Η λέξη τουρκόπουλλος χρησιμοποιείτο επί τουρκοκρατίας και σήμαινε το φύλακα των χωραφιών. Διοριζόταν από την κοινότητα και καθήκοντά του ήταν η φύλαξη και η προστασία των αγρών, των σπαρτών, των περιβολιών, των αμπελιών και γενικά της οποιασδήποτε περιουσίας των κατοίκων του χωριού. Πληρωνόταν από τα χρήματα που εισπράττονταν από ένα είδος φόρου, την «αγροφυλακή» ή το «τουρκοπουλλίτζιν». Επί Αγγλοκρατίας, υιοθετήθηκε η λέξη αγροφύλακας, διοριζόταν από το διοικητή της κάθε επαρχίας και πληρωνόταν από την κυβέρνηση. Φορούσε στο δεξί του χέρι ένα μπρούντζινο περιβραχιόνιο το λεγόμενο «νισιάνι», που πάνω του υπήρχαν χαραγμένες οι λέξεις «Rural Constable», δηλαδή αγροτικός αστυνομικός.

Απαραίτητος εξοπλισμός του αγροφύλακα σε κάθε του βήμα ήταν μια μεγάλη και χοντρή ράβδος που στην κάτω άκρη της ήταν μυτερή και καλυμμένη με ένα λεπτό φύλλο μπρούντζου.

Τα καθήκοντά του τουρκόπουλου ήταν τ` ακόλουθα:

1ον. Να «ποκόβκει» δηλαδή να εκτιμά τη ζημιά που προξενούσε κάποιος άνθρωπος ή τα αδέσποτα ζώα σε ξένη περιουσία.

2ον: Να ελέγχει τη βόσκηση και τις άδειες εξασκήσεως του επαγγέλματος. Υπήρχαν περιοχές που ήταν απαγορευμένες για τα κοπάδια. Οι δε βοσκοί, σύμφωνα με το νόμο, έπρεπε να έχουν άδεια εξασκήσεως του επαγγέλματος, την οποία μάλιστα έπρεπε να ανανεώνουν κάθε χρόνο. Έπρεπε επίσης όλα τα ζώα του κοπαδιού να έχουν δεμένα κουδούνια στο λαιμό τους.

3ον: Άλλο καθήκον και υποχρέωση του αγροφύλακα ήταν να βοηθά και να εξυπηρετεί την αστυνομία και τους εκάστοτε κυβερνητικούς υπαλλήλους που επισκέπτονταν το χωριό.

4ον: Αν προκαλείτο κακόβουλη ζημιά στην περιουσία κάποιου και ο δράστης δεν εντοπιζόταν, ο τουρκόπουλος μαζί με το μουχτάρη και τους αζάδες εκτιμούσαν το ποσό της ζημιάς και το μοίραζαν στους ιδιοκτήτες της γύρω περιοχής. Ο τουρκόπουλος είσπραττε το εκτιμημένο ποσό και το έδινε ως αποζημίωση στο δικαιούχο. Έπαιρνε όμως κι εκείνος μερικά σελίνια.

Τουρκόπουλλοι που υπηρέτησαν τις Κέδαρες:

Νεόφυτος Ροδοσθένους - άλλως Χατζηφυτής
Ευριπίδης Σταυρινού - άλλως Βραντζιής
Αντώνης Ηρακλέους - άλλως Κατσαντώνης
Μιχαήλ Χριστοδούλου
Παντελής Διονυσίου
Φίλιππος Φωτίου

Κουνουπιέριδες

Οι κουνουπιέριδες διορίζονταν από την κυβέρνηση και τα καθήκοντά τους ήταν να γυρίζουν τις περιοχές μέσα και έξω από το χωριό και να ψεκάζουν τα λιμνάζοντα νερά.

Κουνουπιέριδες που υπηρέτησαν το χωριό:

Κώστας Πατσαλίδης
Σατήκης (τούρκος)
Γιώργος Περικλέους
Δημήτρης Πατρόκλου

Τσαγκάρης

Το επάγγελμα του τσαγκάρη ήταν αρκετά προσοδοφόρο. Ο τσαγκάρης έφτιαχνε τις λεγόμενες «σιρικοποδίνες», τις οποίες φορούσαν ως επί τω πλείστον οι βοσκοί. Αυτές ήταν ψηλές, χοντρές και πολύ στερεές μπότες με πρόκες στο κάτω μέρος τους για να μη λιώνουν εύκολα. Πολύ συχνά οι βοσκοί αντί πληρωμής έδιναν στον τσαγκάρη προϊόντα που έφτιαχναν από το κοπάδι τους. Όπως χαλούμια και μυζήθρες.

Ο τσαγκάρης του χωριού ήταν:

Ευστάθιος Παπά-Χριστοφόρου Ματθαιοπούλου

Ο σκαρπάρης

Το χωριό απείχε αρκετά από τις πόλεις και οι ανάγκες των κατοίκων να επιδιορθώνουν και να ανανεώνουν τα υποδήματά τους αυξάνονταν συνεχώς, έτσι το επάγγελμα του σκαρπάρη έγινε απαραίτητο στην κοινότητα.

Οι σκαρπάριδες έφτιαχναν και διόρθωναν όλων των ειδών τα παπούτσια, ανδρικά, παιδικά και γυναικεία. Ο πελάτης διάλεγε το δέρμα και το χρώμα που ήθελε κι ο τεχνίτης χρησιμοποιώντας για μόλα ξύλινα καλαπόδια που είχε σε διάφορα μεγέθη, τα κατασκεύαζε μέσα σε δυο - τρεις μέρες. Στο τέλος βούρτσιζε με προσοχή το δέρμα και μετά το άλειφε με ένα είδος κεριού. Υπήρχαν πελάτες που ζητούσαν από το σκαρπάρη να τους τοποθετήσει και μικρά πέταλα στη μύτη και τη φτέρνα των παπουτσιών για να μη φθείρονται εύκολα.

Σκαρπάριδες που υπηρέτησαν το χωριό:

Νεόφυτος Παρπαρίνος
Γιώργος Μιχαηλίδης
Πάτροκλος Δημητρίου
Κλεάνθης Α. Πετρασίτης
Αντρέας Κ. Πετρασίτης
Θεόδωρος Ν. Πατσαλίδης
Χαρίλαος Χατζηνεοφύτου
Κυριάκος Ευριπίδου

Αντιγόνη Χριστοδουλίδου

 
     
     

©   Antigoni  Christodoulides  ¤  Αντιγόνη  Χριστοδουλίδου   -  All rights reserved